Στο πλαίσιο της ευρύτερης διαδικασίας συνταγματικής αναθεώρησης, το ζήτημα της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων αναδύεται εκ νέου ως κεντρικός άξονας της ελληνικής δημόσιας συζήτησης, επηρεάζοντας καθοριστικά τόσο τον προβληματισμό γύρω από την αποτελεσματικότητα και τη λειτουργικότητα της δημόσιας διοίκησης όσο και την αναθεώρηση της σχέσης μεταξύ κράτους και πολιτών.
Βασικό στοιχείο της πρότασης της κυβέρνησης είναι ο επαναπροσδιορισμός του πλαισίου της μονιμότητας στο δημόσιο, με έμφαση στην αξιολόγηση και την αποδοτικότητα. Η πρόταση δεν στοχεύει απλώς στην κατάργηση ενός συνταγματικά κατοχυρωμένου θεσμού, αλλά στη συνταγματική πρόβλεψη για τη συστηματική και ουσιαστική ενσωμάτωση της αξιολόγησης στη δημόσια διοίκηση.
Αναμφίβολα, η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων είναι θεμελιώδης εγγύηση που αποτυπώνεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 103 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία οι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι και προστατεύονται από αυθαίρετες μεταθέσεις ή παύσεις χωρίς τη γνωμοδότηση υπηρεσιακού συμβουλίου. Αυτή η διάταξη εξυπηρετεί δυο βασικούς σκοπούς: την ανεξαρτησία της δημόσιας διοίκησης από πολιτικές παρεμβάσεις και τη σταθερότητα των υπηρεσιών που παρέχουν οι δημόσιοι φορείς.
Ωστόσο, οι υπέρμαχοι της αλλαγής, υποστηρίζουν ότι η μονιμότητα, όπως έχει ερμηνευθεί και εφαρμοστεί μέχρι σήμερα, δεν ευνοεί την υψηλή απόδοση και τη διαφάνεια και δεν ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες των πολιτών, με αποτέλεσμα να λειτουργεί ως εμπόδιο για τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης, ενώ, αντιθέτως, η αξιολόγηση μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο ενίσχυσης της λογοδοσίας και της εμπιστοσύνης της κοινωνίας προς το κράτος. Όπως έχει επισημανθεί από κυβερνητικούς φορείς, στόχος είναι η θεσμοθέτηση ενός συστήματος αξιολόγησης το οποίο θα προάγει την επαγγελματική συνέπεια και την υπευθυνότητα των δημοσίων υπαλλήλων, επιβραβεύοντας την αποτελεσματική και ευσυνείδητη άσκηση των καθηκόντων τους, αλλά παράλληλα θα προβλέπει την επιβολή κυρώσεων σε περιπτώσεις διαρκούς ή επαναλαμβανόμενης υπηρεσιακής ανεπάρκειας, στη βάση προκαθορισμένων, διαφανών και αντικειμενικών κριτηρίων.
Από την άλλη πλευρά, διατυπώνονται σοβαρές επιφυλάξεις. Πολλοί μελετητές και φορείς του δημόσιου διαλόγου υπογραμμίζουν ότι οι δυσλειτουργίες της δημόσιας διοίκησης δεν μπορούν να αποδοθούν μονοσήμαντα στη θεσμική κατοχύρωση της μονιμότητας, αλλά εδράζονται σε ένα πλέγμα πολυπαραγοντικών αιτίων, θεσμικού, οργανωτικού και πολιτισμικού χαρακτήρα, όπως η έλλειψη επαρκών πόρων, οι δυσλειτουργικές δομές και οι πολυσύνθετες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Επιπλέον, η συνταγματική κατοχύρωση της μονιμότητας έχει ιστορικά υπηρετήσει την προστασία των δημοσίων υπαλλήλων από αυθαίρετες απολύσεις και πολιτικές παρεμβάσεις, ιδίως στο πλαίσιο εναλλαγών της πολιτικής εξουσίας και των συνακόλουθων μεταβολών στη διακυβέρνηση.
Η ελληνική κοινωνία δεν είναι η μόνη που αντιμετωπίζει αυτό το δίλημμα: διεθνώς, η δημόσια διοίκηση καλείται να συνδυάσει την ασφάλεια του υπαλλήλου με την απόδοση και τη λογοδοσία στον πολίτη. Εξάλλου, το Νέο Δημόσιο Μάνατζμεντ (New Public Management), ως θεωρητικό και διοικητικό υπόδειγμα μεταρρύθμισης της δημόσιας διοίκησης, βασίζεται στην εισαγωγή αρχών και πρακτικών του ιδιωτικού τομέα στη λειτουργία του κράτους, με έμφαση στην ενίσχυση της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα, καθώς και στην καθιέρωση συστημάτων μέτρησης της απόδοσης και ενισχυμένης λογοδοσίας, με σκοπό τη βελτίωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών σύμφωνα με τις ανάγκες των πολιτών - «πελατών». Δεδομένου ότι το Νέο Δημόσιο Μάνατζμεντ ενθαρρύνει την ευελιξία και την προσαρμοστικότητα εισάγοντας συστήματα αξιολόγησης της επίδοσης και προωθώντας τη χρήση στοχοθεσίας, δεικτών και εσωτερικού ανταγωνισμού, η εφαρμογή των πρακτικών αυτών διαφαίνεται ότι συγκρούεται με την παραδοσιακή αντίληψη της μονιμότητας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στην ελληνική πραγματικότητα, ήδη η ισχύουσα νομοθεσία (Υπαλληλικός Κώδικας και ο νέος κώδικας πειθαρχικού δικαίου) προβλέπει την πειθαρχική διαδικασία και την ενδεχόμενη λύση της υπαλληλικής σχέσης υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ωστόσο, η εφαρμογή των συζητούμενων διατάξεων δεν έχει πάντοτε επιδείξει την αναμενόμενη αποτρεπτική και ρυθμιστική αποτελεσματικότητα.
Κατά συνέπεια, η ουσία του προβληματισμού δεν έγκειται αποκλειστικά στο δίλημμα της διατήρησης ή της άρσης της μονιμότητας, αλλά πρωτίστως στον τρόπο με τον οποίο δύναται να επιτευχθεί μια ισορροπία μεταξύ της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος και της ανάγκης για μια πιο αποτελεσματική, αποδοτική και λειτουργικά ευέλικτη δημόσια διοίκηση. Η πρόκληση δεν βρίσκεται μεταξύ της επιλογής της απρόσκοπτης διατήρησης και της πλήρους κατάργησης ενός καθεστώτος μονιμότητας. Η πρόκληση συνίσταται στην αναζήτηση ενός λειτουργικά ισορροπημένου πλαισίου, το οποίο αφενός θα διασφαλίζει τη σταθερότητα και τη συνέχεια της δημόσιας δράσης, εξαλείφοντας τις πελατειακές πολιτικές πρακτικές, και αφετέρου θα ενσωματώνει την ανάγκη ανταπόκρισης σε νέα δεδομένα, όπως ο ψηφιακός μετασχηματισμός, η διαφάνεια, η λογοδοσία, με γνώμονα την παροχή υψηλής ποιότητας υπηρεσιών στους πολίτες.
Ο δημόσιος διάλογος περί άρσης της μονιμότητας στο δημόσιο τομέα δεν θα πρέπει να περιοριστεί σε επίπεδο πολιτικής αντιπαράθεσης και αντίστασης στην αλλαγή, αλλά θα πρέπει να εκληφθεί ως ευκαιρία για μια μεταρρύθμιση που θα συνδέσει τις σύγχρονες ανάγκες του κράτους με τα δικαιώματα και την επαγγελματική ανάπτυξη και αξιοπρέπεια των εργαζομένων στο δημόσιο.
Υπό το πρίσμα αυτό, η άρση ή, ορθότερα, ο λειτουργικός επαναπροσδιορισμός της μονιμότητας στο Δημόσιο θα μπορούσε να επιτευχθεί πρακτικά όχι μέσω της κατάργησης της θεσμικής εγγύησης, αλλά με τη ρητή σύνδεσή της με ένα καθολικό, δεσμευτικό και θεσμικά θωρακισμένο σύστημα αξιολόγησης, το οποίο θα βασίζεται σε αντικειμενικά, μετρήσιμα και προκαθορισμένα κριτήρια απόδοσης, στοχοθεσίας και υπηρεσιακής επάρκειας.
Σε κάθε περίπτωση, η συνταγματική αναθεώρηση της διάταξης περί μονιμότητας δύναται να αποτελέσει την αφετηρία μιας ώριμης, τεκμηριωμένης και παραγωγικής διαβούλευσης, ώστε να οικοδομηθεί ένας σύγχρονος δημόσιος τομέας που θα ανταποκρίνεται στις πολύπλευρες ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, χωρίς να διακυβεύονται οι συνταγματικά κατοχυρωμένες εγγυήσεις των εργαζομένων.