Ένα ζήτημα που αγγίζει τον πυρήνα της υποχρεωτικής εκπαίδευσης φέρνουν στη Βουλή δεκαπέντε βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ–Προοδευτική Συμμαχία, με αφορμή την αυξανόμενη χρήση της κατ’ οίκον διδασκαλίας. Με την κοινοβουλευτική ερώτηση υπ’ αριθμ. 3855/13.3.2026, θέτουν ευθέως το ερώτημα αν πρόκειται για μια αναγκαία εξαίρεση που καλύπτει πραγματικές ανάγκες υγείας ή αν εξελίσσεται σε έναν μηχανισμό που επιτρέπει σε ορισμένες οικογένειες να παρακάμπτουν τη σχολική φοίτηση.

Τα στοιχεία που παρουσιάζονται είναι ενδεικτικά μιας τάσης που εντείνεται. Για το σχολικό έτος 2023–2024, στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση υποβλήθηκαν 160 αιτήματα για κατ’ ιδίαν διδασκαλία, εκ των οποίων εγκρίθηκαν τα 112, ενώ στη Δευτεροβάθμια τα αιτήματα ανήλθαν σε 87 και οι εγκρίσεις σε 46. Συνολικά, δηλαδή, καταγράφηκαν 247 αιτήματα και 158 εγκρίσεις, με ποσοστό αποδοχής που φτάνει το 64%. Για το επόμενο σχολικό έτος, 2024–2025, τα αιτήματα εμφανίζονται ήδη υπερδιπλάσια, γεγονός που εντείνει τον προβληματισμό.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η αύξηση δεν αφορά πλέον μόνο μαθητές των τελευταίων τάξεων του Λυκείου, όπως συνέβαινε στο παρελθόν, αλλά επεκτείνεται και σε μαθητές Γυμνασίου. Παράλληλα, παρατηρείται συγκέντρωση των αιτημάτων σε συγκεκριμένα ιδιωτικά σχολεία της Αττικής, ενώ οι σχετικές ιατρικές γνωματεύσεις φαίνεται να προέρχονται, στη συντριπτική τους πλειονότητα, από περιορισμένο αριθμό δημόσιων νοσοκομείων.

Η διαδικασία ένταξης στο καθεστώς των «κατ’ ιδίαν διδαχθέντων» είναι τυπικά σαφής. Προϋποθέτει ιατρική γνωμάτευση από διευθυντή κλινικής δημόσιου ή πανεπιστημιακού νοσοκομείου, υποβολή αίτησης εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας και έγκριση από την αρμόδια επιτροπή του Υπουργείου Παιδείας. Στην πράξη, ωστόσο, όταν τα δικαιολογητικά είναι πλήρη και φέρουν τις προβλεπόμενες σφραγίδες, η διαδικασία καταλήγει συχνά σε τυπική επικύρωση, χωρίς ουσιαστική επανεξέταση της κάθε περίπτωσης.

Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο είναι ξεκάθαρο ως προς τη φιλοσοφία του. Η κατ’ οίκον διδασκαλία δεν αναγνωρίζεται ως εναλλακτικό εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά επιτρέπεται αποκλειστικά ως εξαίρεση για μαθητές με σοβαρά προβλήματα υγείας. Η υποχρεωτικότητα της φοίτησης κατοχυρώνεται ήδη από τον Ν. 1566/1985, ενώ το άρθρο 7 του Ν. 1894/1990 καθορίζει το καθεστώς των κατ’ ιδίαν διδαχθέντων. Η πιο πρόσφατη ρύθμιση, με την ΚΥΑ 102791/ΓΔ4/2024, εξειδικεύει τις παθήσεις που δικαιολογούν την ένταξη και τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται.

Ωστόσο, όπως αναδεικνύεται και στην κοινοβουλευτική ερώτηση, το σύστημα εμφανίζει σημαντικά κενά. Δεν υπάρχει μηχανισμός διασταύρωσης των ιατρικών γνωματεύσεων ούτε ενιαίο μητρώο που να επιτρέπει τον έλεγχο επαναλαμβανόμενων περιπτώσεων. Επιπλέον, ο όρος «σοβαρές ψυχικές παθήσεις», που περιλαμβάνεται στο ισχύον πλαίσιο, παραμένει αόριστος και επιδέχεται ευρεία ερμηνεία. Τέλος, η υποχρεωτική ετήσια επανεξέταση των αιτήσεων συχνά περιορίζεται σε τυπική διαδικασία, ιδίως όταν βασίζεται στα ίδια ιατρικά δεδομένα.

Πέρα από τα θεσμικά ζητήματα, ανακύπτουν και σαφείς κοινωνικές διαστάσεις. Η δυνατότητα ένταξης στο καθεστώς της κατ’ οίκον διδασκαλίας φαίνεται να προϋποθέτει όχι μόνο γνώση της διαδικασίας, αλλά και πρόσβαση σε συγκεκριμένες ιατρικές δομές και οικονομική δυνατότητα υποστήριξης της εκπαίδευσης στο σπίτι. Με άλλα λόγια, δημιουργείται η εντύπωση ότι πρόκειται για μια επιλογή που δεν είναι ισότιμα προσβάσιμη σε όλους τους μαθητές.

Παράλληλα, τίθεται και ζήτημα αξιοπιστίας του δημόσιου συστήματος υγείας, εφόσον οι ιατρικές γνωματεύσεις που αποτελούν τη βάση των εγκρίσεων δεν υπόκεινται σε ουσιαστικό έλεγχο. Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν το υφιστάμενο πλαίσιο προστατεύει αποτελεσματικά τους μαθητές που έχουν πραγματική ανάγκη ή αν, αντίθετα, δημιουργεί ένα «παράθυρο» που μπορεί να αξιοποιηθεί καταχρηστικά.

Σε κάθε περίπτωση, η κατ’ οίκον διδασκαλία αποτελεί ένα αναγκαίο εργαλείο για συγκεκριμένες κατηγορίες μαθητών, οι οποίοι δεν μπορούν να παρακολουθήσουν το σχολείο για σοβαρούς λόγους υγείας. Το ζητούμενο, ωστόσο, είναι η διασφάλιση ότι το εργαλείο αυτό λειτουργεί με όρους διαφάνειας και ισότητας και δεν μετατρέπεται σε μηχανισμό παράκαμψης της υποχρεωτικής εκπαίδευσης.

Η συζήτηση που ανοίγει η κοινοβουλευτική ερώτηση δεν αφορά μόνο μια επιμέρους διοικητική διαδικασία. Αφορά τη συνολική ισορροπία μεταξύ ευελιξίας και ελέγχου στο εκπαιδευτικό σύστημα, καθώς και την ανάγκη διατήρησης της αξιοπιστίας των θεσμών. Και, τελικά, θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα: η κατ’ ιδίαν διδασκαλία λειτουργεί ως δίχτυ προστασίας για τους λίγους που τη χρειάζονται ή ως προνόμιο για όσους μπορούν να την εξασφαλίσουν;

Πηγή: Κοινοβουλευτική Ερώτηση αρ. πρωτ. 3855/13.3.2026 | Κείμενο Ερώτησης (PDF)